Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που ξέρεις ότι θα τις θυμάσαι μέχρι να έρθει και η δική σου τελευταία ανάσα. Για μένα, μία από αυτές είναι η στιγμή που ο πατέρας μου πήρε τη δική του. Ήμουν εκεί, δίπλα του, και του κρατούσα το χέρι. Και όσο σκληρό ή ακόμη και άσχημο μπορεί να ακούγεται, μέσα στον αβάσταχτο πόνο μου ένιωθα και μια παράξενη ανακούφιση. Όχι επειδή ήθελα να φύγει. Ποιος θέλει να χάσει τον πατέρα του; Ήθελα να τον έχω κοντά μου όσο περισσότερο γινόταν. Αλλά όταν βλέπεις τον άνθρωπό σου να χτυπιέται από τον καρκίνο, κάποια στιγμή η αγάπη παίρνει μια πολύ διαφορετική μορφή. Δεν παρακαλάς μόνο να μείνει. Παρακαλάς και να μην υποφέρει άλλο.
Θυμάμαι τις βαριές του αναπνοές. Τις άκουγα και αισθανόμουν ότι κάθε ανάσα απαιτούσε από το σώμα του μια προσπάθεια που δεν είχε πια τη δύναμη να κάνει. Κι εγώ στεκόμουν εκεί ανήμπορη να του πάρω αυτό το βάρος. Μέχρι που κάποια στιγμή οι αναπνοές άρχισαν σιγά σιγά να αλλάζουν. Να γίνονται πιο ήρεμες, πιο αδύναμες, να αραιώνουν. Και τότε κατάλαβα. Δεν χρειάστηκε να μου πει κανείς τίποτα. Κάτι μέσα μου ήξερε ότι το τέλος πλησίαζε.
Του έσφιξα ακόμη περισσότερο το χέρι. Τα δάκρυα έτρεχαν και του μιλούσα. Του έλεγα πόσο πολύ τον αγαπώ, πόσο σημαντικός ήταν για μένα, πόσο τυχερή ένιωθα που ήταν ο πατέρας μου. Του έλεγα ότι ήταν ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου. Δεν ξέρω αν με άκουγε. Δεν ξέρω αν εκείνες τις στιγμές μπορούσε να καταλάβει τα λόγια μου ή να αισθανθεί το χέρι μου πάνω στο δικό του. Ίσως να μη μάθω ποτέ. Αλλά ήθελα να τα πω. Έπρεπε να τα πω. Αν υπήρχε έστω και ένα μικρό κομμάτι του που μπορούσε ακόμη να με ακούσει, ήθελα τα τελευταία λόγια που θα έφταναν σε εκείνον να είναι λόγια αγάπης.
Και μετά ήρθε η τελευταία ανάσα.
Όσο κι αν γνωρίζεις ότι πλησιάζει, δεν υπάρχει τρόπος να προετοιμαστείς πραγματικά γι’ αυτή τη στιγμή. Μπορεί να βλέπεις τον άνθρωπό σου να εξασθενεί μέρα με τη μέρα, μπορεί οι γιατροί να σε έχουν προετοιμάσει και η λογική σου να γνωρίζει πολύ καλά τι έρχεται. Είναι όμως εντελώς διαφορετικό να βρίσκεσαι εκεί όταν συμβαίνει. Οι ανάσες που μέχρι πριν από λίγο άκουγες σταμάτησαν και ξαφνικά καταλαβαίνεις ότι ο άνθρωπός σου έφυγε.
Κι εκεί ένιωσα δύο πράγματα που μοιάζουν να μην μπορούν να συνυπάρξουν, αλλά μπορούν. Από τη μία ήθελα να φωνάξω «όχι», να πάρει ακόμη μία ανάσα, να κερδίσουμε ακόμη πέντε λεπτά, άλλη μία ώρα, άλλη μία μέρα. Από την άλλη, κάπου μέσα στον πόνο υπήρχε ανακούφιση. Δεν υπέφερε πια. Δεν υπήρχαν άλλες βαριές ανάσες, άλλη εξάντληση, άλλη μάχη ενός σώματος που είχε κουραστεί τόσο πολύ. Και τότε κατάλαβα ότι μπορείς να μη θέλεις με τίποτα να χάσεις έναν άνθρωπο και ταυτόχρονα να ανακουφίζεσαι επειδή σταμάτησε να βασανίζεται. Δεν σημαίνει ότι τον αγαπάς λιγότερο. Ίσως να είναι μία από τις πιο δύσκολες μορφές αγάπης: να πονάς επειδή φεύγει και την ίδια στιγμή να μην αντέχεις να τον βλέπεις να μένει με αυτόν τον τρόπο.
Υπάρχει όμως κάτι που σκέφτομαι ακόμη από εκείνη τη στιγμή. Δεν ξέρω τι συμβαίνει ακριβώς όταν ένας άνθρωπος παίρνει την τελευταία του ανάσα. Δεν ξέρω αν υπάρχει ψυχή που εκείνα τα δευτερόλεπτα αφήνει το σώμα. Δεν ξέρω αν για μια στιγμή μπορούσε να μας δει από κάπου, όλους γύρω του να κλαίμε, να τον αγκαλιάζουμε, να μην μπορούμε να τον αφήσουμε. Δεν έχω απαντήσεις γι’ αυτά και ίσως κανείς μας να μην έχει. Θέλω όμως να πιστεύω ότι κάπως ήξερε πως ήμασταν εκεί. Ότι δεν έφυγε μόνος. Κι αν υπήρξε έστω μια στιγμή που μπορούσε να μας αισθανθεί, θέλω να πιστεύω ότι κατάλαβε πόσο πολύ τον αγαπούσαμε.
Θυμάμαι ότι ακόμη κι όταν είχε φύγει, εγώ δεν μπορούσα να αφήσω το χέρι του. Τον φιλούσα, τον αγκάλιαζα και τον κρατούσα. Ήταν ακόμη ζεστός και αυτό έκανε τα πάντα ακόμη πιο δύσκολα να τα συνειδητοποιήσω. Πώς γίνεται ένας άνθρωπος να είναι εκεί μπροστά σου, να μπορείς ακόμη να τον αγγίξεις, να αισθάνεσαι τη ζεστασιά του και ταυτόχρονα να ξέρεις ότι έχει φύγει; Ίσως γι’ αυτό δεν ήθελα να τον αφήσω. Όσο τον κρατούσα, ένα κομμάτι μου αισθανόταν ότι ήταν ακόμη εκεί. Το να αφήσω το χέρι του θα έκανε το τέλος πραγματικό.
Κι έτσι έμεινα μαζί του μέχρι την ώρα που ήρθαν να τον πάρουν. Ακόμη και τότε ήμουν από πίσω του. Ήθελα να τον ακολουθήσω μέχρι εκεί που μπορούσα, σαν να προσπαθούσα να κερδίσω ακόμη λίγα λεπτά μαζί του. Ξέρω ότι σε κάποιον μπορεί να ακούγεται μακάβριο. Κάποτε ίσως να μου ακουγόταν κι εμένα έτσι. Όταν όμως πρόκειται για τον δικό σου άνθρωπο, παύει να είναι μακάβριο. Είναι απλώς ο θάνατος. Αυτό το κομμάτι της ζωής για το οποίο κανείς μας δεν θέλει να μιλά, παρόλο που όλοι γνωρίζουμε ότι κάποτε θα έρθει.
Ίσως τελικά η επαφή με τον θάνατο να σου αλλάζει τον τρόπο που τον βλέπεις. Όσο βρίσκεται μακριά σου, τον φοβάσαι σαν κάτι ξένο και σκοτεινό. Όταν όμως κάθεσαι δίπλα στον πατέρα σου στην τελευταία του ανάσα, καταλαβαίνεις πόσο ανθρώπινος είναι. Όλοι κάποτε θα φτάσουμε εκεί. Όλοι κάποτε θα πάρουμε μια τελευταία ανάσα. Και ίσως το σημαντικότερο που μπορούμε να ευχηθούμε είναι, όταν έρθει εκείνη η ώρα, να υπάρχει δίπλα μας ένα χέρι που δεν θέλει να αφήσει το δικό μας.
Αν μπορούσα να αλλάξω την ιστορία, φυσικά θα ήθελα τον πατέρα μου ακόμη εδώ. Θα ήθελα άλλη μία κουβέντα, άλλον έναν καφέ, άλλο ένα τηλεφώνημα, άλλη μία αγκαλιά, άλλη μία φορά να ακούσω τη φωνή του. Όταν χάνεις έναν άνθρωπο που αγαπάς, πάντα θα υπάρχει ένα «άλλο ένα» που θα ήθελες να είχες. Δεν μπορώ όμως να αλλάξω το τέλος. Και μέσα σε όλο αυτό υπάρχει κάτι για το οποίο θα είμαι πάντα ευγνώμων… ήμουν εκεί.
Δεν μπορούσα να νικήσω τον καρκίνο για εκείνον. Δεν μπορούσα να πάρω τον πόνο του και να τον βάλω πάνω μου. Δεν μπορούσα να σταματήσω αυτό που ερχόταν. Μπορούσα όμως να του κρατήσω το χέρι. Μπορούσα να τον φιλήσω. Μπορούσα να του πω «σ’ αγαπώ». Μπορούσα να του πω ότι ήταν ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου. Και μπορούσα να μείνω δίπλα του μέχρι το τέλος.
Δεν ξέρω αν με άκουσες, μπαμπά. Δεν ξέρω αν με ένιωσες. Δεν ξέρω αν εκείνη τη στιγμή που έφυγες η ψυχή σου στάθηκε κάπου κοντά μας και μας είδε να σε κρατάμε και να κλαίμε. Ξέρω μόνο ότι δεν σε άφησα. Κράτησα το χέρι σου μέχρι όσο μπορούσα να το κρατήσω. Κι αν η τελευταία σου στιγμή σε αυτόν τον κόσμο μπορούσε να έχει μία μόνο βεβαιότητα, εύχομαι να ήταν αυτή… ότι ήσουν ανάμεσα σε ανθρώπους που σε αγαπούσαν.
Και τώρα που δεν μπορώ πια να κρατήσω το χέρι σου, κρατάω όλα όσα μου άφησες. Τη φωνή σου, τις αναμνήσεις σου, όσα μου έμαθες, όσα ζήσαμε και εκείνη την τελευταία στιγμή που, όσο κι αν με πόνεσε, θα είναι για πάντα δική μας.
Πατέρα, σ’ αγαπώ. Και θα είμαι πάντα ευγνώμων που στην τελευταία σου ανάσα ήμουν εκεί, κρατώντας το χέρι σου.



