Έχω ένα θέμα με τις υποσχέσεις. Όταν κάποιος μου υπόσχεται κάτι, το θυμάμαι. Όχι επειδή με ενδιαφέρει τόσο το πράγμα που μου υποσχέθηκε, αλλά επειδή για μένα η υπόσχεση είναι λόγος. Κι όταν δίνεις τον λόγο σου σε έναν άνθρωπο, κάτι σημαίνει. Του δημιουργείς μια προσδοκία, του λες ουσιαστικά «μπορείς να βασιστείς σε αυτό που σου λέω».
Γι’ αυτό πάντα με προβλημάτιζαν οι άνθρωποι που μέσα στον ενθουσιασμό μιας σχέσης υπόσχονται τα πάντα και μετά, μόλις αλλάξει το κλίμα, συμπεριφέρονται σαν να μην ειπώθηκε ποτέ τίποτα. Όταν μου έλεγες ότι με αγαπάς, το εννοούσες ή ίσχυε μόνο όσο όλα πήγαιναν όπως ήθελες; Όταν μου έλεγες ότι θα κάνουμε πράγματα μαζί, ότι θα με πας εκεί, ότι θα ζήσουμε αυτό, ότι θα μου προσφέρεις εκείνο, ήταν πράγματα που πραγματικά ήθελες ή απλώς ωραίες λέξεις της στιγμής;
Ας πάρουμε κάτι απλό. Μου λες ότι θα με πας σε εκείνο το εστιατόριο που ήθελα τόσο πολύ. Χαίρομαι, το θυμάμαι, το περιμένω. Μετά τσακωνόμαστε. Ίσως μάλιστα ο λόγος του καβγά να ήταν κάτι που έκανες εσύ. Και ξαφνικά η υπόσχεση εξαφανίζεται. Γιατί; Το εστιατόριο ήταν ανταμοιβή επειδή ήμασταν καλά; Ήταν ένα δόλωμα για να με κάνεις να χαρώ εκείνη τη στιγμή; Ή μήπως τελικά οι υποσχέσεις σου ισχύουν μόνο όταν βρίσκομαι στην πλευρά σου;
Το ίδιο και με εκείνο το κόσμημα που είδα κάποτε και μου άρεσε. «Θα σου το πάρω», μου είπες. Και ίσως το κόσμημα να μην έχει τελικά καμία σημασία. Μπορώ να το αγοράσω μόνη μου. Το θέμα δεν είναι η τιμή του ούτε αν τελικά θα βρεθεί μέσα σε ένα όμορφο κουτί. Το θέμα είναι ότι εσύ επέλεξες να δημιουργήσεις αυτή την προσδοκία χωρίς να σου τη ζητήσω. Εσύ είπες «θα». Κι εγώ έχω μάθει ότι το «θα» πρέπει κάποια στιγμή να συναντά μια πράξη.
Και κάπου εδώ αρχίζω να αναρωτιέμαι πόσο εύκολα χρησιμοποιούμε τις υποσχέσεις στις σχέσεις για να κερδίσουμε ενδιαφέρον. Στην αρχή είναι εύκολο να λες «θα σε έχω βασίλισσα», «θα πάμε ταξίδια», «θα κάνουμε αυτό», «θα σου πάρω εκείνο», «θα είμαι πάντα δίπλα σου». Οι λέξεις δεν κοστίζουν τίποτα τη στιγμή που τις λες. Σου δίνουν όμως άμεσα κάτι πολύτιμο: τον ενθουσιασμό του άλλου, την εμπιστοσύνη του, την προσμονή του και πολλές φορές ακόμη μεγαλύτερο συναισθηματικό δέσιμο.
Το πραγματικό κόστος έρχεται αργότερα, όταν πρέπει να πραγματοποιήσεις αυτά που είπες. Και τότε φαίνεται ποιος μιλούσε επειδή πραγματικά το εννοούσε και ποιος μιλούσε επειδή του άρεσε ο τρόπος που τον κοιτούσες όταν τα άκουγες.
Δεν περιμένω φυσικά από έναν άνθρωπο να πραγματοποιήσει κάθε κουβέντα που είπε αυθόρμητα μέσα σε μια σχέση. Οι συνθήκες αλλάζουν, οι άνθρωποι αλλάζουν, τα οικονομικά αλλάζουν, ακόμη και οι σχέσεις τελειώνουν. Δεν θα απαιτήσω από έναν πρώην να πραγματοποιήσει ένα κοινό ταξίδι επειδή το είχε υποσχεθεί όταν ήμασταν μαζί. Ούτε θεωρώ ότι ένα δώρο που κάποτε αναφέρθηκε αποτελεί κάποιου είδους χρέος μετά τον χωρισμό.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι υποσχέσεις δεν αποκαλύπτουν χαρακτήρα. Αν ένας άνθρωπος έχει συνεχώς την τάση να υπόσχεται μεγάλα πράγματα όταν θέλει να σε εντυπωσιάσει, να σε κερδίσει ή να σε ξαναφέρει κοντά του και μετά ξεχνά όσα είπε μόλις πάρει αυτό που ήθελε, τότε το ζήτημα δεν είναι πια μία υπόσχεση που δεν πραγματοποιήθηκε. Είναι μοτίβο.
Και το ίδιο ισχύει πολύ περισσότερο για τις συναισθηματικές υποσχέσεις. «Θα αλλάξω». «Δεν θα το ξανακάνω». «Θα είμαι δίπλα σου». «Θα σε προσέχω». «Δεν θα σε ξαναπληγώσω έτσι». Αυτές είναι πολύ μεγαλύτερες υποσχέσεις από ένα κόσμημα ή ένα δείπνο. Κι όμως, πολλές φορές λέγονται πάνω στον φόβο της απώλειας και ξεχνιούνται μόλις περάσει ο κίνδυνος να φύγει ο άλλος.
Εκεί είναι που αρχίζω να χάνω την εμπιστοσύνη μου. Όχι επειδή δεν με πήγες τελικά στο εστιατόριο. Όχι επειδή δεν αγόρασες το κόσμημα. Αλλά επειδή αρχίζω να καταλαβαίνω ότι το «θα» σου ίσως δεν είναι δέσμευση. Είναι εργαλείο της στιγμής.
Μου λες αυτό που χρειάζεται να ακούσω σήμερα για να πάρεις αυτό που χρειάζεσαι από εμένα σήμερα. Την προσοχή μου, τη συγχώρεσή μου, τον ενθουσιασμό μου, την επιστροφή μου. Και όταν όλα ηρεμήσουν, η υπόσχεση εξαφανίζεται μαζί με την ανάγκη που είχες όταν την έδωσες.
Γι’ αυτό μεγαλώνοντας έχω αρχίσει να εντυπωσιάζομαι πολύ λιγότερο από τις υποσχέσεις. Δεν με ενδιαφέρει τόσο τι λες ότι θα κάνεις για εμένα. Με ενδιαφέρει τι κάνεις χωρίς να χρειάζεται προηγουμένως να το διαφημίσεις.
Μη μου λες ότι θα με έχεις βασίλισσα. Κάνε με να αισθάνομαι ότι με σέβεσαι στην καθημερινότητά μας. Μη μου περιγράφεις τα ταξίδια που θα κάνουμε κάποτε. Δείξε μου ότι μπορείς να είσαι συνεπής στα μικρά πράγματα σήμερα. Μη μου λες πόσο πολύ με αγαπάς όταν φοβάσαι ότι θα με χάσεις. Δείξε μου πώς αγαπάς όταν είσαι σίγουρος ότι είμαι εδώ.
Γιατί τελικά η αξιοπιστία ενός ανθρώπου δεν κρίνεται από το πόσο όμορφα υπόσχεται. Κρίνεται από το πόσο συχνά χρειάζεται να του υπενθυμίζεις όσα ο ίδιος επέλεξε να σου υποσχεθεί.
Κι εγώ δεν θέλω να κυνηγάω υποσχέσεις. Δεν θέλω να λέω «μα μου είχες πει». Δεν θέλω να ζητάω από έναν άνθρωπο να θυμηθεί τον ίδιο του τον λόγο. Αν πρέπει να σε παρακαλώ να πραγματοποιήσεις όλα εκείνα που κάποτε μου έλεγες αυθόρμητα, τότε το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν πήρα αυτό που μου υποσχέθηκες.
Το πρόβλημα είναι ότι έμαθα πόση αξία έχει τελικά το «θα» σου.
Γι’ αυτό, αν δεν είσαι σίγουρος ότι μπορείς ή θέλεις να κάνεις κάτι, μην μου το υποσχεθείς. Προτιμώ μια μικρή αλήθεια σήμερα από μια τεράστια υπόσχεση που αύριο θα κάνεις πως δεν θυμάσαι.


