«Ακόμη με τους γονείς σου μένεις;»
Είναι μία από εκείνες τις ερωτήσεις που μπορεί να ειπωθούν ως αστείο σε ένα οικογενειακό τραπέζι, αλλά για αρκετούς νέους Κύπριους αγγίζουν μια πραγματικότητα πολύ πιο περίπλοκη.
Κάποτε το σενάριο έμοιαζε σχετικά συγκεκριμένο. Σπουδές, δουλειά, γάμος, σπίτι.
Σήμερα τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.
Ένας άνθρωπος μπορεί να πλησιάζει ή να έχει περάσει τα 30, να εργάζεται κανονικά και παρ’ όλα αυτά να συνεχίζει να ζει στο παιδικό του δωμάτιο.
Και αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν θέλει να ανεξαρτητοποιηθεί.
Το πρώτο εμπόδιο είναι προφανές: τα χρήματα.
Το να φύγεις από το πατρικό δεν σημαίνει απλώς να πληρώνεις ένα ενοίκιο. Σημαίνει ηλεκτρικό ρεύμα, νερό, κοινόχρηστα, διαδίκτυο, σούπερ μάρκετ, μετακινήσεις και όλα εκείνα τα μικρά έξοδα που στο τέλος του μήνα παύουν να είναι μικρά.
Αν προστεθεί και η προσπάθεια αποταμίευσης για μελλοντική αγορά κατοικίας, το δίλημμα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο.
Να φύγεις τώρα και να δίνεις σημαντικό μέρος του εισοδήματός σου στο ενοίκιο ή να μείνεις μερικά χρόνια ακόμη στο σπίτι ώστε να δημιουργήσεις κάποια οικονομική ασφάλεια;
Για αρκετούς, η δεύτερη επιλογή μοιάζει περισσότερο λογική παρά βολική.
Υπάρχει όμως και κάτι πολύ κυπριακό σε όλο αυτό.
Η οικογένεια στην Κύπρο παραμένει στενά δεμένη. Το να μένει ένα ενήλικο παιδί στο σπίτι δεν αντιμετωπίζεται πάντα με τον ίδιο τρόπο που θα αντιμετωπιζόταν σε άλλες κοινωνίες.
Η μαμά πιθανότατα θα ρωτήσει αν έφαγες.
Ο πατέρας θα επιμένει ότι «εν πετάμεν τα λεφτά μας στα ενοίκια».
Και η γιαγιά μπορεί να θεωρεί απολύτως φυσιολογικό να φύγεις από το σπίτι μόνο όταν παντρευτείς.
Αυτή η οικογενειακή ασφάλεια έχει πολλά θετικά. Μπορεί όμως να κάνει και το επόμενο βήμα πιο δύσκολο.
Γιατί η ανεξαρτησία δεν είναι μόνο οικονομική.
Είναι να αποφασίζεις μόνος σου πότε θα γυρίσεις, ποιον θα καλέσεις σπίτι, τι θα φας, πότε θα καθαρίσεις και πώς θα οργανώσεις τη ζωή σου χωρίς κάποιον να βρίσκεται πάντα δίπλα για να βοηθήσει.
Και εδώ δημιουργείται μια παράξενη αντίφαση.
Μπορεί να είσαι 32 ετών, να διαχειρίζεσαι ανθρώπους στη δουλειά, να πληρώνεις λογαριασμούς και να παίρνεις σημαντικές επαγγελματικές αποφάσεις, αλλά όταν επιστρέψεις σπίτι να ακούσεις:
«Πού πάεις έτσι; Εν να αργήσεις;»
Για κάποιους είναι χαριτωμένο.
Για άλλους ασφυκτικό.
Υπάρχει και η κοινωνική πίεση. Ιδιαίτερα όταν οι φίλοι αρχίζουν να παντρεύονται, να αγοράζουν σπίτια ή να δημιουργούν οικογένειες.
Ξαφνικά η ζωή μοιάζει σαν να έχει ένα αόρατο χρονοδιάγραμμα και εσύ αισθάνεσαι ότι έχεις μείνει πίσω.
Μόνο που η πραγματικότητα μιας γενιάς δεν μπορεί να συγκρίνεται πάντα με εκείνη της προηγούμενης.
Οι συνθήκες αλλάζουν, όπως αλλάζουν και οι προτεραιότητες.
Υπάρχουν επίσης νέοι που θα μπορούσαν οικονομικά να φύγουν αλλά επιλέγουν να μείνουν. Ίσως φροντίζουν τους γονείς τους. Ίσως θέλουν να αποταμιεύσουν. Ίσως απλώς η συμβίωση λειτουργεί καλά για όλους.
Και δεν υπάρχει κάτι εγγενώς λάθος σε αυτό.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η παραμονή στο πατρικό δεν είναι πλέον επιλογή αλλά φόβος.
Όταν κάποιος θέλει να φύγει αλλά δεν τολμά. Όταν δεν έχει μάθει ποτέ να λειτουργεί χωρίς την οικογένεια ή όταν αισθάνεται ενοχές ακόμη και στην ιδέα ότι θα αφήσει τους γονείς μόνους.
Γιατί η ενηλικίωση δεν μετριέται αποκλειστικά από τη διεύθυνση που γράφει η ταυτότητά σου.
Ούτε όμως και η ανεξαρτησία πρέπει να αναβάλλεται για πάντα επειδή το σπίτι των γονιών είναι πιο εύκολο.
Ίσως λοιπόν πρέπει να σταματήσουμε να ρωτάμε έναν 30χρονο «γιατί μένεις ακόμη με τους γονείς σου;» σαν η απάντηση να είναι αυτονόητη.
Για κάποιους είναι οικονομική ανάγκη. Για άλλους στρατηγική επιλογή. Για άλλους οικογενειακή υποχρέωση. Και για κάποιους, ναι, είναι απλώς βόλεμα.
Η ζωή όμως δεν προχωρά με το ίδιο χρονοδιάγραμμα για όλους.
Και στη σημερινή Κύπρο, το κλειδί του δικού σου σπιτιού μπορεί να έχει γίνει πολύ πιο δύσκολο να αποκτηθεί απ’ όσο θυμούνται εκείνοι που σε ρωτούν γιατί δεν έφυγες ακόμη.



