Φαντάσου να ξυπνούσαμε ένα πρωί και, για έναν εντελώς ανεξήγητο λόγο, κανένας Κύπριος να μην μπορούσε να πει κάτι διαφορετικό από αυτό που πραγματικά σκέφτεται. Χωρίς «εν πειράζει» όταν στην πραγματικότητα πειράζει πολύ, χωρίς «κάποτε να κανονίσουμε» όταν όλοι ξέρουν ότι δεν θα κανονίσουμε ποτέ, χωρίς «μια χαρά είμαι» όταν μόνο μια χαρά δεν είμαστε. Για 24 ώρες, απόλυτη ειλικρίνεια. Και κάπου εδώ αρχίζει το χάος.
Η πρώτη κρίση πιθανότατα θα ξεκινούσε μέσα στο σπίτι. Η κυπριακή μάνα θα ρωτούσε «σου άρεσε το φαΐ;» και, αντί για το ασφαλές «ναι μάμμα, πολλά», θα άκουγε κάτι του τύπου: «Ήταν καλό, αλλά έβαλες λίγο παραπάνω αλάτι». Εκείνη τη στιγμή θα καταλαβαίναμε όλοι ότι η απόλυτη ειλικρίνεια έχει και συνέπειες. Γιατί υπάρχουν ερωτήσεις που στην Κύπρο δεν γίνονται ακριβώς για να πάρουν ειλικρινή απάντηση. Γίνονται για να επιβεβαιωθεί αυτό που ο άλλος έχει ήδη αποφασίσει ότι πρέπει να ακούσει.
Λίγες ώρες αργότερα, το ίδιο πείραμα θα μεταφερόταν στα γραφεία. «Μπορείς να μου κάμεις τούτο γρήγορα;» θα ρωτούσε κάποιος, περιμένοντας το κλασικό «ναι, κανένα πρόβλημα». Μόνο που εκείνη τη μέρα η απάντηση θα έπρεπε να είναι η αλήθεια: «Μπορώ, αλλά έχω άλλα τέσσερα πράγματα και με εκνευρίζει που το θυμήθηκες τελευταία στιγμή». Ξαφνικά, η πιο απλή επαγγελματική συνομιλία θα αποκτούσε περισσότερο δράμα από οικογενειακό τραπέζι Κυριακής.
Και μετά θα ερχόταν η ώρα των φίλων. Πόσες φορές έχουμε ακούσει το «να κανονίσουμε σύντομα» από κάποιον που ξέρουμε ότι δεν πρόκειται να στείλει ποτέ; Πόσες φορές έχουμε απαντήσει «ναι, εννοείται» ενώ μέσα μας σκεφτόμαστε ότι δεν έχουμε καμία διάθεση; Αν όλοι έλεγαν ακριβώς αυτό που εννοούν, ίσως να εξαφανίζονταν σε μία μέρα τα μισά «να τα πούμε», «να βρεθούμε» και «στείλε μου να κανονίσουμε» που υπάρχουν μόνο για λόγους ευγένειας.
Τα οικογενειακά WhatsApp groups θα ήταν, φυσικά, άλλο κεφάλαιο. Η θεία θα έστελνε για ακόμη μία φορά μια εικόνα με τριαντάφυλλα, καφέ και τη φράση «Καλημέρα με υγεία και ευλογία». Κανονικά όλοι θα έβαζαν μια καρδούλα και θα συνέχιζαν τη ζωή τους. Εκείνη τη μέρα, όμως, κάποιος θα έπρεπε επιτέλους να παραδεχτεί: «Θεία, δεν ξέρουμε γιατί μας στέλνεις κάθε πρωί αυτές τις εικόνες». Μέσα σε δέκα λεπτά, κάποιος θα είχε φύγει από το group, κάποιος άλλος θα είχε τηλεφωνήσει στη μάνα του και η οικογενειακή ειρήνη θα είχε τεθεί προσωρινά σε αναστολή.
Το ίδιο δύσκολα θα ήταν και τα πράγματα στις σχέσεις. Ερωτήσεις όπως «είσαι καλά;», «σε πείραξε κάτι;» ή το ακόμη πιο επικίνδυνο «πώς σου φαίνεται αυτό που φοράω;» θα αποκτούσαν εντελώς νέα διάσταση. Γιατί πολλές φορές δεν λέμε ψέματα επειδή θέλουμε να εξαπατήσουμε τον άλλον. Λέμε μικρές, διπλωματικές μισές αλήθειες επειδή γνωρίζουμε ότι κάθε σκέψη δεν χρειάζεται απαραίτητα να ειπωθεί ακριβώς τη στιγμή που περνά από το μυαλό μας.
Και κάπου το βράδυ θα έφτανε η σειρά της παρέας. «Γιατί εν έρκεσαι απόψε;» θα ρωτούσε κάποιος. Η συνηθισμένη απάντηση θα ήταν «είμαι κουρασμένη» ή «έχω κάτι να κάμω». Μόνο που εκείνη τη μέρα η πραγματική απάντηση θα ήταν: «Γιατί θέλετε πάλι να πάμε στο ίδιο μέρος, να καθόμαστε δύο ώρες για να αποφασίσουμε πού θα πάμε μετά και βασικά προτιμώ να μείνω σπίτι με τις πιτζάμες μου». Το αστείο είναι ότι πιθανότατα δύο ακόμη άτομα της παρέας θα απαντούσαν «τζιαι εγώ». Η έξοδος θα ακυρωνόταν και, για πρώτη φορά, όλοι θα ήταν πραγματικά ευχαριστημένοι με το αποτέλεσμα.
Ίσως, βέβαια, η απόλυτη ειλικρίνεια να μην κατέστρεφε μόνο πράγματα. Ίσως να ξεκαθάριζε και αρκετά. Θα μαθαίναμε ποιος πραγματικά θέλει να μας δει και ποιος απλώς το λέει από ευγένεια, ποια πράγματα μας ενοχλούν εδώ και χρόνια αλλά δεν τα συζητήσαμε ποτέ και πόσες φορές χρησιμοποιούμε φράσεις όπως «εν πειράζει» απλώς για να αποφύγουμε μια δύσκολη συζήτηση.
Στο τέλος της ημέρας, πιθανότατα κάποιες φιλίες θα είχαν περάσει κρίση, μερικά οικογενειακά τραπέζια θα είχαν γίνει λίγο πιο άβολα και τουλάχιστον ένα WhatsApp group θα είχε διαλυθεί. Από την άλλη, ίσως όλοι να γνωρίζαμε λίγο καλύτερα τι πραγματικά σκέφτονται οι άνθρωποι γύρω μας.
Γιατί, τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν θα αντέχαμε μία μέρα απόλυτης ειλικρίνειας. Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσο από αυτά που λέμε καθημερινά τα εννοούμε πραγματικά και πόσα τα λέμε απλώς επειδή έτσι είναι πιο εύκολα τα πράγματα. Και, μεταξύ μας, αν αύριο όλοι οι Κύπριοι έλεγαν μόνο την αλήθεια, ίσως μέχρι το βράδυ να είχαμε λιγότερες παρέες — αλλά σίγουρα θα είχαμε πολύ περισσότερες ιστορίες να λέμε.



