Για περίπου 123.000 συνταξιούχους στην Κύπρο, η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση που βρίσκεται αυτή την περίοδο στο τελικό στάδιο διαπραγμάτευσης δεν είναι μια μακρινή αλλαγή που αφορά τις επόμενες γενιές. Αν το κυβερνητικό χρονοδιάγραμμα τηρηθεί, οι νέες ρυθμίσεις θα τεθούν σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2027 και οι πρώτες αυξήσεις θα αρχίσουν να εμφανίζονται στις συντάξεις από τον Φεβρουάριο.
Οι αριθμοί που παρουσιάστηκαν αυτή την εβδομάδα είναι σημαντικοί. Σύμφωνα με τον Υπουργό Εργασίας Μαρίνο Μουσιούττα, περίπου 123.000 σημερινοί συνταξιούχοι αναμένεται να επωφεληθούν από τη μεταρρύθμιση. Περισσότεροι από 50.000 υπολογίζεται ότι θα έχουν αύξηση άνω των €100 τον μήνα όταν ολοκληρωθεί η πενταετής εφαρμογή της, ενώ περισσότεροι από 8.000 θα δουν αύξηση που θα ξεπερνά τα €200. Ανάλογα με την περίπτωση, η συνολική βελτίωση υπολογίζεται από 5% μέχρι και 55%.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάποιος που λαμβάνει σήμερα σύνταξη θα ξυπνήσει τον ερχόμενο Φεβρουάριο με €100 ή €200 επιπλέον στον λογαριασμό του. Οι αυξήσεις θα εφαρμοστούν σταδιακά μεταξύ 2027 και 2031. Κατά τα δύο πρώτα χρόνια, οι δικαιούχοι αναμένεται να λάβουν μέχρι περίπου το 60% της συνολικής αύξησης που τους αναλογεί.
Και εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες λεπτομέρειες της μεταρρύθμισης: το ποσό δεν θα είναι ίδιο για όλους.
Γιατί αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο υπολογίζεται η σύνταξη
Μία από τις βασικές αλλαγές αφορά τον τρόπο υπολογισμού της βασικής σύνταξης. Η κυβερνητική πρόταση επιχειρεί να συνδέσει πιο καθαρά το ποσό με το συνολικό διάστημα κατά το οποίο ένας άνθρωπος ήταν εγγεγραμμένος και ασφαλισμένος στο σύστημα.
Στον χρόνο αυτό θα λαμβάνονται υπόψη όχι μόνο οι περίοδοι κατά τις οποίες ο ασφαλισμένος κατέβαλλε ο ίδιος εισφορές, αλλά και περίοδοι για τις οποίες υπήρχαν πιστωμένες ή επιδοτούμενες ασφαλιστικές εισφορές από το κράτος. Στόχος, σύμφωνα με το Υπουργείο, είναι να μειωθούν τα «κενά» που στο σημερινό σύστημα μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά το τελικό ποσό της σύνταξης.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για ανθρώπους των οποίων η επαγγελματική πορεία δεν ήταν μια συνεχής γραμμή 40 ετών πλήρους απασχόλησης. Περίοδοι ανεργίας, οικογενειακές υποχρεώσεις ή άλλες διακοπές μπορούν να δημιουργήσουν διαφορετική ασφαλιστική εικόνα και, κατά συνέπεια, διαφορετικό τελικό όφελος από τη μεταρρύθμιση.
Η κυβέρνηση έχει επίσης δεσμευτεί ότι δεν θα υπάρξει μείωση στις σημερινές συντάξεις εξαιτίας του νέου τρόπου υπολογισμού. Στο προσχέδιο υπάρχει δικλείδα ώστε, αν ο επανυπολογισμός βγάζει μικρότερο ποσό από εκείνο που ήδη λαμβάνει κάποιος, να διατηρείται το προηγούμενο ευνοϊκότερο ποσό.
Τι γίνεται τελικά με το περίφημο 12%
Το σημείο που έχει προκαλέσει τη μεγαλύτερη συζήτηση είναι το λεγόμενο «πέναλτι» του 12% για όσους παίρνουν σύνταξη στα 63 αντί στα 65.
Η κυβερνητική πρόταση δεν καταργεί συνολικά την αναλογιστική μείωση. Προβλέπει, όμως, περιορισμό της από 12% σε περίπου 7,5% στο βασικό μέρος της σύνταξης. Αυτό είναι σημαντικό, επειδή η αλλαγή δεν εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε ολόκληρο το ποσό που λαμβάνει ο συνταξιούχος.
Περίπου 40.000 από τους 120.000 υφιστάμενους συνταξιούχους έχουν σήμερα κάποια μορφή αναλογιστικής μείωσης. Για αυτούς, η κυβερνητική πρόταση υπολογίζεται ότι θα οδηγήσει, μαζί με τις υπόλοιπες αλλαγές της μεταρρύθμισης, σε μέση συνολική βελτίωση περίπου 6%.
Το θέμα όμως παραμένει αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Οι συντεχνίες ζητούν μεγαλύτερη άμβλυνση της αναλογιστικής μείωσης και στο συμπληρωματικό μέρος της σύνταξης, ενώ η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η πλήρης κατάργηση του 12% θα έθετε σε κίνδυνο τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Τα 63 παραμένουν, αλλά υπάρχει μια μεγάλη αλλαγή
Το δικαίωμα πρόωρης συνταξιοδότησης στα 63 δεν εξαφανίζεται. Ωστόσο, η μεταρρύθμιση προβλέπει σταδιακά αυστηρότερες ασφαλιστικές προϋποθέσεις.
Σήμερα απαιτείται ασφαλιστική ιστορία που αντιστοιχεί περίπου σε 33 χρόνια για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος. Μετά την πλήρη εφαρμογή της μεταρρύθμισης, το όριο προβλέπεται να φτάσει σταδιακά περίπου στα 38 χρόνια ασφάλισης.
Παράλληλα, η κανονική ηλικία συνταξιοδότησης παραμένει στα 65. Θα υπάρχει όμως η δυνατότητα κάποιος να συνεχίσει να εργάζεται και να καταβάλλει εισφορές μέχρι τα 67, λαμβάνοντας στη συνέχεια αυξημένη σύνταξη.
Για έναν εργαζόμενο που σήμερα βρίσκεται στα 50 ή στα 55, αυτή η λεπτομέρεια μπορεί να είναι σημαντικότερη από το τι θα πάρει ένας σημερινός συνταξιούχος. Η μεταρρύθμιση δεν αλλάζει απλώς τα ποσά. Αλλάζει και τους κανόνες με τους οποίους κάποιος θα αποφασίζει πότε τον συμφέρει να σταματήσει να εργάζεται.
Ελάχιστη αύξηση €30 για τις χαμηλότερες συντάξεις
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στους χαμηλοσυνταξιούχους. Η πρόταση προβλέπει εγγυημένη ελάχιστη αύξηση €30 τον μήνα για ασφαλισμένους συνταξιούχους με σύνταξη μέχρι €600.
Παράλληλα, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στις τελευταίες συζητήσεις, υπάρχουν περιπτώσεις χαμηλοσυνταξιούχων όπου η συνολική βελτίωση μπορεί να φτάσει μέχρι περίπου €237 τον μήνα μετά την πλήρη εφαρμογή των αλλαγών, ανάλογα πάντοτε με την ασφαλιστική ιστορία και τα χαρακτηριστικά κάθε δικαιούχου.
Γι’ αυτό οι γενικοί τίτλοι για «αυξήσεις €100» χρειάζονται προσοχή. Δεν υπάρχει ένα ενιαίο ποσό που θα προστεθεί σε όλες τις συντάξεις. Ο καθένας θα επηρεαστεί διαφορετικά.
Και ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό;
Αυτό είναι πλέον το μεγάλο ερώτημα της μεταρρύθμισης.
Στοιχεία που παρουσιάστηκαν στους κοινωνικούς εταίρους υπολογίζουν ότι από το 2027 μέχρι το 2032 οι αλλαγές θα δημιουργήσουν πρόσθετο κόστος περίπου €486,6 εκατομμυρίων για το κράτος και €334,2 εκατομμυρίων για το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Στον σχεδιασμό προβλέπονται παράλληλα περίπου €581 εκατομμύρια πρόσθετων τόκων και επενδυτικών αποδόσεων από τα πλεονάσματα του Ταμείου μεταξύ 2028 και 2032.
Εδώ εντοπίζονται και οι βασικές ανησυχίες των εργοδοτικών οργανώσεων: τι θα συμβεί αν οι αποδόσεις αυτές δεν επιτευχθούν και από πού θα καλυφθεί ενδεχόμενο κενό.
Προς το παρόν, η κυβέρνηση δηλώνει ότι το ποσοστό εισφοράς στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν θα αυξηθεί με τη συγκεκριμένη μεταρρύθμιση. Το προσχέδιο όμως προβλέπει νέα αναλογιστική αξιολόγηση πριν από το 2032 και αφήνει ανοικτή τη δυνατότητα μελλοντικών παρεμβάσεων αν διαπιστωθεί πρόβλημα βιωσιμότητας.
Τι πρέπει να κρατήσει σήμερα ένας εργαζόμενος ή συνταξιούχος
Το πρώτο είναι ότι οι αριθμοί που συζητούνται δεν αποτελούν ακόμη το τελικό αποτέλεσμα. Η δημόσια διαβούλευση του νομοσχεδίου ολοκληρώθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου και ο κοινωνικός διάλογος συνεχίζεται. Η κυβέρνηση έχει θέσει στόχο να καταθέσει τα νομοσχέδια στη Βουλή μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου και να θέσει τη μεταρρύθμιση σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2027.
Το δεύτερο είναι ότι η αλλαγή είναι πολύ μεγαλύτερη από μια απλή αύξηση στις συντάξεις. Επηρεάζει τον τρόπο υπολογισμού τους, την πρόωρη έξοδο στα 63, το «πέναλτι» του 12%, τα απαιτούμενα χρόνια ασφάλισης και την επιλογή εργασίας μέχρι τα 67.
Η δημόσια διαβούλευση για τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση
Για έναν σημερινό συνταξιούχο, το βασικό ερώτημα είναι πόσο θα αυξηθεί το δικό του ποσό. Για έναν 55χρονο εργαζόμενο, όμως, το σημαντικότερο μπορεί να είναι αν θα μπορεί πράγματι να φύγει στα 63 και με ποια μείωση.
Και γι’ αυτό η τελική μορφή του νομοσχεδίου αξίζει να παρακολουθηθεί πολύ προσεκτικά. Δεν πρόκειται απλώς για μια αλλαγή που θα φανεί σε έναν λογαριασμό τον Φεβρουάριο. Πρόκειται για τους κανόνες με τους οποίους σχεδόν κάθε σημερινός εργαζόμενος στην Κύπρο θα υπολογίσει κάποια μέρα πότε μπορεί να σταματήσει να δουλεύει και με πόσα χρήματα θα ζει μετά.



