Μπορεί να αλλάζει η πόλη, η ηλικία ή ο τρόπος με τον οποίο γνωρίστηκε μια παρέα. Άλλοι γνωρίζονται από το σχολείο, άλλοι από τον στρατό, το πανεπιστήμιο ή τη δουλειά. Κάποια πράγματα, όμως, παραμένουν σταθερά. Σε κάθε κυπριακή παρέα υπάρχουν συγκεκριμένοι ρόλοι που κανείς δεν ανέθεσε επίσημα, αλλά κάπως όλοι γνωρίζουμε ποιος τους έχει. Υπάρχει εκείνος που οργανώνει, εκείνος που αργεί, εκείνος που ξέρει τους πάντες, εκείνος που δηλώνει πως «εν πεινά» και τελικά τρώει από τα πιάτα όλων, αλλά και ο άνθρωπος που στις 11 το βράδυ λέει «ένα τελευταίο και φύγαμε» και καταφέρνει να μετατρέψει μια ήρεμη έξοδο σε επιστροφή στο σπίτι στις τρεις το πρωί.
Αν κοιτάξεις λίγο πιο προσεκτικά τη δική σου παρέα, το πιθανότερο είναι ότι θα αναγνωρίσεις όχι μόνο τους επτά τύπους, αλλά και συγκεκριμένα ονόματα.
1. Ο Υπουργός Προγραμματισμού
Χωρίς αυτόν, η παρέα πιθανότατα δεν θα είχε καταφέρει να βγει από το 2019. Είναι ο άνθρωπος που ανοίγει το group chat και γράφει ένα απλό «Παρασκευή;». Κανείς δεν απαντά. Δύο ημέρες αργότερα επιστρέφει με ένα «Guys;», δύο άτομα βάζουν reaction, ένας ρωτά «πού;» και κάποιος άλλος απαντά το κλασικό «εγώ μέσα όπου θέλετε» — μια φράση που συνήθως σημαίνει ότι όταν τελικά προταθεί μέρος, δεν θα του αρέσει.
Ο Υπουργός Προγραμματισμού, όμως, δεν εγκαταλείπει. Θα τηλεφωνήσει, θα κάνει reservation, θα ρωτήσει πόσα άτομα είστε, θα βρει parking, θα στείλει location και την ημέρα της εξόδου θα γράψει αυστηρά στο group «8:30 σημαίνει 8:30». Ξέρει πολύ καλά ότι λέει ψέματα στον εαυτό του, αλλά συνεχίζει να προσπαθεί. Χωρίς αυτόν, οι υπόλοιποι θα εξακολουθούσαν να λένε για μήνες το περίφημο «πρέπει να κανονίσουμε έναν καφέ».
2. Ο «έρχομαι» που δεν έχει ακόμη μπει στο μπάνιο
Υπάρχει η κυπριακή ώρα και υπάρχει η ώρα αυτού του ανθρώπου. Στις 8:15 του γράφεις «πού είσαι;» και σου απαντά με απόλυτη φυσικότητα «έρχομαι». Το πρόβλημα είναι ότι η λέξη «έρχομαι» έχει εντελώς διαφορετικό ορισμό για εκείνον. Μπορεί να σημαίνει ότι ψάχνει ακόμη τι να φορέσει, ότι μόλις βγήκε από το μπάνιο ή, στη χειρότερη περίπτωση, ότι βρίσκεται ακόμη στον καναπέ και προσπαθεί ψυχολογικά να αποδεχθεί πως πρέπει να σηκωθεί.
Το εντυπωσιακό είναι ότι δεν πιστεύει πως αργεί. Όταν τελικά εμφανιστεί στις 9:10, θα πει «μα αφού είπαμε κατά τις 8:30» και λίγο αργότερα «εντάξει, τώρα ήρθα». Επειδή όμως αυτό συμβαίνει εδώ και δεκαπέντε χρόνια, κανείς πλέον δεν θυμώνει. Η παρέα έχει απλώς προσαρμοστεί και του λέει ότι η κράτηση είναι μισή ώρα νωρίτερα από την πραγματική.
3. Αυτός που ξέρει κάποιον παντού
Δεν έχει σημασία πού θα πάτε. Στη Λευκωσία ξέρει τον ιδιοκτήτη. Στη Λεμεσό «ο κουμπάρος του ξαδέλφου του δουλεύει δαμέ». Στην Πάφο θα σηκωθεί μέσα στα πρώτα δέκα λεπτά για να χαιρετήσει κάποιον. Ακόμη και αν ταξιδέψετε στην Αθήνα, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να βρει Κύπριο που γνωρίζει.
Δεν υπάρχει μαγαζί στο οποίο να μπει χωρίς κάποια στιγμή να ακουστεί ένα δυνατό «ρεεεε, πού είσαι εσύ;». Μετά αρχίζουν οι συστάσεις. «Τούτος εν ο Μάριος που σου έλεγα», λέει, και όλοι χαμογελούν ευγενικά παρόλο που κανείς δεν θυμάται πότε ακριβώς ακούστηκε για πρώτη φορά το όνομα Μάριος.
Για να είμαστε δίκαιοι, ο συγκεκριμένος φίλος είναι εξαιρετικά χρήσιμος. Θα σου βρει ηλεκτρολόγο, θα ξέρει κάποιον για το αυτοκίνητο, θα βρει τραπέζι όταν το μαγαζί είναι γεμάτο και πιθανότατα θα μπορεί να σου προτείνει άνθρωπο για οποιοδήποτε πρόβλημα προκύψει. Το μόνο μειονέκτημα είναι ότι ένας καφές διάρκειας 40 λεπτών μαζί του μπορεί πολύ εύκολα να γίνει δίωρος, επειδή πρέπει να χαιρετήσει 17 άτομα.
4. Ο κριτής που δεν προτείνει ποτέ τίποτα
Η κουβέντα αρχίζει πάντα με την ερώτηση «πού θέλετε να πάμε;» και εκείνος απαντά «εμένα όπου θέλετε». Μέχρι να προτείνεις κάτι. Sushi; «Ε, όχι sushi». Ιταλικό; «Εφάμεν προχτές». Ταβέρνα; «Βαρκούμαι». Ποτό κάπου πιο ήσυχα; Μόλις προτείνεις συγκεκριμένο bar, ξαφνικά «εκεί εν πολλά ήσυχα».
Ο άνθρωπος αυτός διαθέτει μια σπάνια ικανότητα: δεν έχει ποτέ δική του πρόταση, αλλά έχει άποψη για όλες τις προτάσεις των άλλων. Κάπου στο 48ο μήνυμα του WhatsApp, κάποιος χάνει την υπομονή του και γράφει «ΠΕΣ ΕΣΥ ΤΟΤΕ». Και τότε έρχεται η ιστορική απάντηση: «Εμένα πραγματικά όπου θέλετε».
5. Ο «δεν πεινώ» που τελικά τρώει τα μισά
Πριν γίνει η παραγγελία ξεκαθαρίζει ότι δεν θέλει τίποτα. «Εγώ παιδιά εν πεινώ, μην βάλετε για μένα». Έρχεται όμως το χαλούμι και ζητά να δοκιμάσει ένα. Μετά εμφανίζονται οι πατάτες και παίρνει τρεις. Ύστερα άλλες δύο. Λίγο αργότερα κοιτάζει την πίτα σου και ρωτά αθώα «εν καλή;».
Ξέρεις πολύ καλά τι σημαίνει αυτή η ερώτηση. Δεν ενδιαφέρεται για γαστρονομική κριτική. Θέλει μπουκιά. Μέχρι να τελειώσει το φαγητό, ο άνθρωπος που πριν από μία ώρα «δεν πεινούσε» έχει καταναλώσει αξιοσημείωτο ποσοστό του τραπεζιού. Και όταν έρθει ο λογαριασμός, ακούγεται η αθάνατη φράση: «Εγώ βασικά εν έφαα». Εκεί είναι που δοκιμάζεται πραγματικά μια φιλία.
6. Ο άνθρωπος του «ένα τελευταίο»
Είναι 11:30, όλοι έχουν δουλειά την επόμενη ημέρα και κάποιος κάνει την πολύ λογική πρόταση «να φύουμε;». Τότε όμως ακούγεται η φράση που έχει καταστρέψει περισσότερα πρωινά από οποιαδήποτε άλλη: «ένα τελευταίο».
Φυσικά, δεν είναι ποτέ ένα. Το «ένα τελευταίο» δεν είναι ποσότητα. Είναι concept, φιλοσοφία και υπόσχεση χωρίς καμία νομική ισχύ. Στις 12:15 έρχεται δεύτερο ποτό, στη 1 κάποιος προτείνει άλλο μαγαζί και στη 1:45 η παρέα τρώει κάτι που κανείς δεν είχε προγραμματίσει να φάει. Το επόμενο πρωί, στις 7:30, κοιτάζεις το ξυπνητήρι με μίσος και βλέπεις μήνυμα από τον άνθρωπο που προκάλεσε όλα τα παραπάνω: «Εγώ είμαι μια χαρά πάντως». Μην τον πιστεύεις.
7. Ο φωτογράφος και υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων
Χωρίς αυτόν, δεν υπάρχει απόδειξη ότι η παρέα βγήκε ποτέ. Το φαγητό δεν επιτρέπεται να αγγιχτεί πριν φωτογραφηθεί, το cocktail πρέπει να μετακινηθεί λίγο δεξιά επειδή «εν καλύτερο το φως» και η ομαδική φωτογραφία θα επαναληφθεί τουλάχιστον επτά φορές.
Στην πρώτη κάποιος έχει κλειστά μάτια, στη δεύτερη κάποιος κοιτά αλλού, στην τρίτη δεν αρέσει στον ίδιο ο εαυτός του και στην τέταρτη θα πει «παιδιά φυσικά, μεν στήνεστε», ενώ όλοι είναι ήδη στημένοι εδώ και τέσσερα λεπτά. Πριν ακόμη προλάβεις να φτάσεις σπίτι, το story έχει ήδη ανέβει με location, τραγούδι και δύο άτομα tagged.
Και τελικά, ποιος είσαι εσύ;
Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν ανήκει απόλυτα σε μία μόνο κατηγορία. Μπορεί να είσαι ο οργανωτής τις Παρασκευές και ο αργοπορημένος τα Σάββατα. Μπορεί να λες ότι δεν πεινάς και πέντε λεπτά μετά να κλέβεις πατάτες. Μπορεί να κοροϊδεύεις αυτόν που γνωρίζει τους πάντες μέχρι τη στιγμή που χρειάζεσαι κάποιον να σου βρει μηχανικό Κυριακή απόγευμα.
Ίσως τελικά αυτό να είναι και το ωραίο μιας παρέας που κρατά χρόνια. Ο καθένας έχει τις παραξενιές του, όλοι ξέρουν τις παραξενιές των άλλων και παρ’ όλα αυτά συνεχίζουν να βγαίνουν μαζί. Ακόμη κι αν χρειάζονται 73 μηνύματα για να αποφασίσουν πού.



