Υπάρχουν μερικές φράσεις που δεν χρειάζονται εξήγηση σε έναν Κύπριο.
«Εν να παρεξηγηθούν».
«Τι εν να πει ο κόσμος;»
«Μεν μας κάμεις ρεζίλι».
Και φυσικά η κλασική:
«Τι θα πει η γειτονιά;»
Μπορεί να ειπωθούν με χιούμορ σήμερα, αλλά για πολλές γενιές Κυπρίων αυτές οι φράσεις είχαν πραγματικό βάρος.
Μερικές φορές τόσο μεγάλο, που επηρέασαν αποφάσεις ζωής.
Ποιον θα παντρευτείς.
Αν θα χωρίσεις.
Τι θα σπουδάσεις.
Πώς θα ντυθείς.
Πού θα δουλέψεις.
Πόσο μεγάλο θα είναι το σπίτι σου.
Ακόμη και πόσα άτομα θα καλέσεις στον γάμο σου.
Γιατί στην Κύπρο η ζωή για πολλά χρόνια δεν ήταν ποτέ εντελώς προσωπική υπόθεση.
Υπήρχε η οικογένεια.
Οι συγγενείς.
Οι κουμπάροι.
Οι γείτονες.
Το χωριό.
Και ένας αόρατος «κόσμος» που, παρόλο που κανείς δεν μπορούσε να προσδιορίσει ακριβώς ποιος ήταν, είχε πάντα άποψη.
Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα ήταν ο γάμος.
Δεν παντρεύονταν απλώς δύο άνθρωποι.
Παντρεύονταν, κατά κάποιον τρόπο, δύο οικογένειες.
Και κάπου ανάμεσα στο «εμείς θέλουμε έναν μικρό γάμο» και στο «μα πρέπει να καλέσουμε τους τάδε γιατί μας κάλεσαν κι εκείνοι», η λίστα μπορούσε να αποκτήσει τη δική της ζωή.
Άνθρωποι που η νύφη και ο γαμπρός ίσως δεν γνώριζαν καλά έπρεπε να προσκληθούν.
Γιατί;
«Εν να παρεξηγηθούν».
Τρεις λέξεις ικανές να προσθέσουν ακόμη ένα τραπέζι στη δεξίωση.
Το ίδιο συνέβαινε και με το σπίτι.
Για χρόνια, το μεγάλο σπίτι δεν ήταν μόνο χώρος για να ζήσεις.
Ήταν και σύμβολο ότι «τα κατάφερες».
Το καλό αυτοκίνητο, η δουλειά με κύρος, ο γάμος, τα παιδιά – όλα μπορούσαν να μετατραπούν σε μικρά κοινωνικά checkpoints μιας ζωής που προχωρούσε «όπως πρέπει».
Και αν αποφάσιζες ότι δεν ήθελες κάποια από αυτά;
Τότε άρχιζαν οι ερωτήσεις.
«Πότε θα παντρευτείς;»
«Πότε θα κάμετε μωρό;»
«Ένα μόνο θα κάμετε;»
«Γιατί δεν αγοράζετε σπίτι;»
«Ακόμη ενοίκιο πληρώνετε;»
Ερωτήσεις που πολλές φορές λέγονται χωρίς κακή πρόθεση.
Όταν όμως επαναλαμβάνονται συνεχώς, μπορούν να δημιουργήσουν την αίσθηση ότι η προσωπική ζωή είναι κάποιου είδους δημόσιο project.
Το «τι θα πει ο κόσμος» γίνεται ακόμη πιο δύσκολο όταν αφορά έναν χωρισμό.
Υπήρξαν άνθρωποι που παρέμειναν σε δυστυχισμένους γάμους όχι μόνο επειδή φοβούνταν τη μοναξιά ή την αλλαγή, αλλά επειδή φοβούνταν και την κοινωνική αντίδραση.
«Τόσα χρόνια παντρεμένοι και τώρα χωρίζουν;»
«Μα τι έγινε;»
«Κρίμα τα παιδιά».
Και ίσως το πιο χαρακτηριστικό:
«Μια χαρά φαίνονταν».
Λες και μια φωτογραφία σε έναν γάμο ή ένα χαμόγελο σε ένα οικογενειακό τραπέζι μπορεί να αποκαλύψει τι συμβαίνει όταν κλείνει η πόρτα ενός σπιτιού.
Το ίδιο βάρος ένιωσαν και άνθρωποι που επέλεξαν διαφορετική επαγγελματική πορεία.
Το παιδί που ήθελε να γίνει καλλιτέχνης αντί για γιατρός, δικηγόρος ή λογιστής.
Εκείνος που ήθελε να αφήσει μια «σίγουρη δουλειά» για να δημιουργήσει κάτι δικό του.
Εκείνη που δεν ήθελε να ακολουθήσει το χρονοδιάγραμμα που όλοι θεωρούσαν φυσιολογικό.
Γιατί πολλές φορές δεν αρκούσε η ερώτηση «θα σε κάνει ευτυχισμένο;».
Υπήρχε και η δεύτερη:
«Και τι θα λέμε στον κόσμο;»
Κι όμως, κάτι φαίνεται να αλλάζει.
Οι νεότερες γενιές Κυπρίων μοιάζουν περισσότερο πρόθυμες να αμφισβητήσουν το παραδοσιακό σενάριο.
Κάποιος μπορεί να φτάσει τα 35 χωρίς να θέλει γάμο.
Ένα ζευγάρι μπορεί να μη θέλει παιδιά.
Μια γυναίκα μπορεί να φύγει από έναν γάμο που δεν την κάνει ευτυχισμένη χωρίς να θεωρεί ότι απέτυχε.
Κάποιος μπορεί να αλλάξει καριέρα στα 40.
Ένα ζευγάρι μπορεί να προτιμήσει έναν γάμο με 30 άτομα αντί για εκατοντάδες καλεσμένους.
Και ένας νέος μπορεί να επιλέξει εμπειρίες αντί για το μεγαλύτερο σπίτι που μπορεί να αγοράσει.
Αυτό δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκε η κοινωνική πίεση.
Το «τι θα πει ο κόσμος» υπάρχει ακόμη.
Απλώς ίσως ο κόσμος έχει αρχίσει να αποκτά λιγότερη εξουσία.
Τα social media βέβαια δημιούργησαν και μια νέα εκδοχή του ίδιου προβλήματος.
Μπορεί να μην ανησυχούμε πλέον τόσο για το τι θα πει η γειτόνισσα, αλλά ανησυχούμε για το τι θα σκεφτούν εκατοντάδες άνθρωποι που βλέπουν τη ζωή μας μέσα από μια οθόνη.
Η ανάγκη για αποδοχή δεν εξαφανίστηκε.
Απλώς άλλαξε πλατφόρμα.
Ίσως όμως υπάρχει μία ερώτηση που αξίζει να κάνουμε κάθε φορά που πιάνουμε τον εαυτό μας να σκέφτεται «τι θα πει ο κόσμος;».
Ποιος ακριβώς είναι αυτός ο κόσμος;
Είναι οι άνθρωποι που θα πληρώσουν το στεγαστικό σου;
Εκείνοι που θα ξυπνήσουν μαζί σου το πρωί;
Θα ζήσουν τον γάμο σου;
Θα κάνουν τη δουλειά που επέλεξες;
Θα μεγαλώσουν τα παιδιά σου;
Θα ζήσουν με τις συνέπειες της απόφασής σου;
Συνήθως όχι.
Ο κόσμος μπορεί να σχολιάσει σήμερα και αύριο να βρει κάτι άλλο να συζητήσει.
Εσύ όμως θα συνεχίσεις να ζεις με την επιλογή.
Ίσως λοιπόν μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές που μπορεί να κάνει η νέα γενιά Κυπρίων να μην είναι οικονομική ή τεχνολογική.
Να είναι πολύ πιο απλή.
Να αντικαταστήσει το «τι θα πει ο κόσμος;» με μία άλλη ερώτηση:
«Εγώ τι θέλω για τη ζωή μου;»
Γιατί στο τέλος ο κόσμος πάντα κάτι θα πει.
Το θέμα είναι ποιος θα ζήσει τη ζωή που μένει όταν σταματήσει να μιλά.



