Υπάρχουν άνθρωποι που δεν φοβούνται να μιλήσουν για τις ρωγμές τους, γιατί μέσα από αυτές έμαθαν να στέκονται όρθιοι. Ο Giulio Filippo D’Errico είναι ένας από αυτούς. Στο Socialista και στη δημοσιογράφο Έλενα Τσιακούπη, μας μιλά ανοιχτά για την απώλεια που τον σημάδεψε από παιδί, το bullying, τον έρωτα και τον πόνο, αλλά και για τη μεγάλη απόφαση να αφήσει την Κύπρο και να δοκιμαστεί στην Αθήνα, μακριά από όσα ήξερε ως δεδομένα.
Με λόγια ειλικρινή και χωρίς ωραιοποιήσεις, ξεδιπλώνει το προσωπικό του ταξίδι από την υποκριτική στη μουσική, από τη σιωπή στη δημιουργία και από τον φόβο στην αυτογνωσία. Μια συνέντευξη για το θάρρος να ξεκινάς ξανά, να αναλαμβάνεις την ευθύνη του εαυτού σου και να μετατρέπεις τις πιο δύσκολες εμπειρίες σε δύναμη και τέχνη.
Έφυγες από την Κύπρο για να κυνηγήσεις το όνειρό σου. Τι άφησες πίσω που ακόμα πονάει και τι βρήκες στην Ελλάδα που σε άλλαξε για πάντα;
Σίγουρα ένα μεγάλο κομμάτι είναι η μαμά, είμαστε οι δυο μας, ο πατέρας μου πέθανε όταν ήμουν πολύ πολύ μικρός, αλλά δεν έγινε ποτέ η αποκόλληση, να ζήσω εκτός, να μην την έχω κοντά μου για κάποιο διάστημα. Όταν χάνεις κάτι πάντα μετέπειτα το εκτιμάς περισσότερο. Βλέπεις τα πράγματα αλλιώς, από ένα άλλο πρίσμα. Έκανε καλό στην ουσία αυτή η απόσταση, ήταν κάτι που χρειαζόταν να γίνει. Η Αθήνα μου έμαθε να ζω μόνος και να επιβιώνω όπως εγώ νομίζω. Να δοκιμαστώ από την αρχή, να κάνω λάθη, να πέφτω, να συνεχίζω να προσπαθώ αλλά και να συνειδητοποιήσω ότι όλα έρχονται από εμάς και απόλυτη ευθύνη έχουμε μόνο εμείς για τον εαυτό μας, για ό,τι μας συμβαίνει. Μετά την Αθήνα έσπασε ο φόβος της ανακατάταξης, της πλήρης αλλαγής δεδομένων. Νιώθω ότι πλέον θα μετακόμιζα εύκολα ξανά σε άλλη χώρα και να ξεκινούσε κάπως όλο πάλι απ’ την αρχή, που ουσιαστικά είναι απλώς η συνέχεια της ζωής σου με τον δικό σου έλεγχο και επιλογή.
Έχεις μιλήσει ανοιχτά για το bullying που βίωσες από παιδί. Αν μπορούσες σήμερα να σταθείς απέναντι στον 15χρονο Giulio, τι θα του έλεγες;
Υπήρξαν κάποια περιστατικά στο σχολείο κυρίως, που άφησαν τραύματα και τα δουλεύω μέχρι σήμερα. Είχα κάτι διαφορετικό ίσως από τα υπόλοιπα παιδιά, άλλα βιώματα, σκληρά, μεγάλωσα με έναν πόνο, ένα τραγικό συμβάν αλλά που ποτέ δεν βγήκε σε μίσος προς άλλους ανθρώπους. Μια ιδιαίτερη ιστορία, που αυτό οδήγησε με τον δικό μου χαρακτήρα στο να είμαι ήσυχος, εύθραυστος θα έλεγα και ήμουν το εύκολο θύμα. Επίσης είμαι μισός μισός, με μια εμφάνιση όχι και τόσο Κυπριακή και με ένα ξεκάθαρα ξένο όνομα που δεν συνηθιζόταν την τότε εποχή στην Κύπρο. Όταν γνώρισα τους φίλους μου στην πρώτη μου γειτονιά μέχρι τα 12, συστήθηκα ως Ιούλιος και με φωνάζουν μέχρι σήμερα Ιούλιο. Είχα διάφορα θέματα να αντιμετωπίσω. Θα του έλεγα λοιπόν να μην ντραπεί ούτε μια στιγμή για το ποιος είναι, το πως φαίνεται και για το τι πιστεύουν οι άλλοι. Το ξεχωριστό είναι προνόμιο μεγάλο. Να μην φοβάται να τολμά. Να πατάει γερά τα ποδιά του στη γη κυριολεκτικά – ότι πιο σημαντικό να στεκόμαστε απλά σωστά- κι όλα τα αλλά θα έρθουν.
Έζησες τον έρωτα βαθιά, τον χωρισμό επώδυνα και το come out κάτω από σκληρές συνθήκες. Πώς σε διαμόρφωσαν συναισθηματικά όλα αυτά ως άντρα και ως καλλιτέχνη;
Ακριβώς, όλα αυτά που ανέφερες και η μετακόμιση στην Αθήνα ήρθαν σε διάστημα ενάμιση χρόνου. Παίζουν όλα καθοριστικό ρόλο στο ποιος είμαι σήμερα και εν τέλη έπρεπε να συμβούν. Άρχισα να καταλαβαίνω ποιος είμαι. Με την διαμονή μου στην Αθήνα ενώ έκλεινα δουλειές που έφερναν χαρά και υπερηφάνεια, παράλληλα υπήρχε μια βύθιση, μια μελαγχολία, μια λαχτάρα για το παρελθόν και μια αυτοκαταστροφική τάση, που εν τέλη βγήκαν πολύ όμορφα πράγματα μέσα από αυτή την περίοδο. Ξεκίνησα να γράφω στίχους και μουσική με την κιθάρα , να διαβάζω Μπουκάι, να πηγαίνω ψυχολόγο, να κάνω χορό. Ανάγκες από το παρελθόν ήρθαν στην επιφάνεια και γίνομαι αυτό που είμαι τώρα. Τα τελευταία 2 χρόνια ασχολούμαι επίσης με την φωτογραφία. Τώρα αρχίζω να πιστεύω σε μένα, στο όνομά μου, ότι με λένε Τζούλιο Φιλίππο Ντ’Ερρίκο, ότι έχω αυτό και αυτό το ταλέντο, αυτά τα χαρακτηριστικά κτλ κτλ. Ζούσα λίγο σε μια άλλη πραγματικότητα για αρκετά χρόνια. Δεν έβλεπα καθαρά. Ζούσα πιο μηχανικά, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια ερχόντουσαν δουλειές, επιτυχίες αλλά εγώ έκανα το απειροελάχιστο. Αυτό που βλέπατε τόσα χρόνια από εμένα ήταν το 10% μου.
Από την υποκριτική στο τραγούδι και το show, και τώρα μέχρι την ελληνική Eurovision. Τι είναι αυτό που θες πραγματικά να πεις μέσα από τη μουσική σου;
Το show ήταν κάτι που αναζητούσα και στην υποκριτική. Ήρθε αρκετές φορές μέσα από παιδικές παραστάσεις musical και πειραματικές παραγωγές, αλλά στο μυαλό μου πάντα είχα ένα πιο ευρύ κοινό να με παρακολουθεί. 20 χρόνια πριν έτρεχα Κύπρο και Αθήνα να δω όλους τους τραγουδιστές. 20 χρόνια μετά και είμαι πάλι στο ίδιο σημείο που άφησα πίσω. Νιώθω ότι όντως τώρα γεννιέμαι ξανά και εκπληρώνω τους στόχους που είχα. Μέσα από τη μουσική μου, πάντα προσπαθώ να βγάζω κάτι από εμένα,τα βιώματα μου. Τη Eurovision την παρακολουθούσα φανατικά από μικρή ηλικία οπότε αναπόφευκτα είχα αυτό το όνειρο, ένα όνειρο ουτοπικό θα έλεγε κανείς, που εν τέλη μπορεί να γίνει πραγματικότητα.
Έστειλες τραγούδι για την ελληνική Eurovision Song Contest. Τι εκπροσωπεί για σένα αυτός ο διαγωνισμός!
Ο διαγωνισμός προσφέρει και επιβάλλει πρώτα απ’ όλα μια άρτια εμφάνιση σαν τελικό αποτέλεσμα, όλοι μια ομάδα βάζουν τα δυνατά τους για το καλύτερο, για την εκπροσώπηση της χώρας τους. Αυτό από μόνο του είναι ένα γεγονός επιτομή για έναν καλλιτέχνη. Ένας θεσμός που ενώνει μέσα από τη μουσική τόσες διαφορετικές προσωπικότητες και εθνικότητες, που στόχο έχουν να περάσουν καλά και να γεμίσουν αναμνήσεις μιας ζωής.
Αν τελικά ανέβαινες στη σκηνή της Eurovision, ποια προσωπική σου ιστορία θα ήθελες να “περάσει” στο κοινό χωρίς να ειπωθεί με λέξεις;
Από στάχτη μπορείς να γίνεις πάλι φωτιά!
Έχεις μιλήσει και για περιστατικά παρενόχλησης. Πόσο δύσκολο είναι για έναν άντρα, δημόσιο πρόσωπο, να μιλήσει γι’ αυτά χωρίς φόβο;
Το σκεφτόμουν πρόσφατα και εν τέλη τώρα αντιλαμβάνομαι τι κακό μπορεί να σου προκαλέσει. Με τα χρόνια μεγαλώνοντας αντιλαμβανόμαστε το τι συνέβαινε στ’ αλήθεια όταν είμασταν πιο μικροί. Κάποια γεγονότα είναι μέσα μας γραμμένα χωρίς καν να θυμόμαστε τον λόγο. Πιστεύω είναι πολύ καλό να βγαίνει ο οποιοσδήποτε και να μιλάει καθαρά για τα θέματα του. Όταν τα λες είναι λυτρωτικό. Σπάζεις έναν τεράστιο τοίχο μέσα σου. Ναι να το λες σε όλο τον κόσμο να το μάθει, δεν είναι ντροπή. Συνήθως ντροπή πρέπει να νιώθει θύτης, όχι το αντίθετο. Μιλώντας γενικά ανοιχτά για οποιοδήποτε θέμα, μπορεί να το δει κάποιος, να πάρει δύναμη και να νιώσει ότι δεν είναι μόνος. Το βγάζεις, το δίνεις, το παίρνουν και ο καθένας καθρεφτίζει κάτι δικό του.
Ένα μήνυμα στους νέους ανθρώπους που θέλουν να ακολουθήσουν το όνειρο τους!
Να μην σταματούν ποτέ να προσπαθούν, να έχουν αντίληψη, ενσυναίσθηση, αξιοπρέπεια και να πατάνε γερά στα πόδια τους κυριολεκτικά.



